Όμορφη που ‘ναι η Λαμπρή… | της Σούλης Ρουμπίνη «Χριστός Ανέ – Χριστός Ανέστη μάτια μου Χριστός Ανέστη μάτια μου κι έλα να φιληθούμε, έτσ’ είναι μάτια μου, έτσ’ είναι κι έλα να φιληθούμε πάρε και κλη – πάρε και κλήμα τ’ αμπελιού πάρε και κλήμα τ’ αμπελιού κι έλ’ να στεφανωθούμε. Έβγα να με δεις που ήρθα τ’ άστριΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Όσο η ΕΥΠ χαζεύει με μια ρωσίδα γιαδικιάρογλου… | του Γιάννη Χατζηχρήστου (ή η επικείμενη μεταβολή της πολιτικής της Ρωσίας και στο Κυπριακό) …και μην υπάρχοντος άλλου για να σας ενημερώσει υπεύθυνα για το τι αλλάζει στους συσχετισμούς στην Δυτική Ασία (το μη αποικιακό όνομα της Μέσης Ανατολής) στην 12η «Διάσκεψη της Μέσης Ανατολής» στο Valdai Club στη Μόσχα (τοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Εμύριζε ασβέστη, πετρόλαδο, ρίγανη και ιδρώτα η προσμονή του Πάσχα | του Μιχάλη Στρατάκη Εμύριζε ασβέστη, πετρόλαδο, ρίγανη και ιδρώτα η προσμονή του Πάσχα, στα παιδικάτα μου. Κι αν δε μπορώ να καταλάβω Πάσχα από τα μεγαλώματα μου κι ύστερα, οφείλεται στο ότι δε μου ξαναπαντήξανε, συντεριασμένες οι τέσσερις μυρωδιές. Βασανιστικά μου λείπουνε κι απελπισμένα τσ’ αναζητώ, όπως βασανιστικά μουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τα καλιτσούνια του Πάσχα | της Άννας Τακάκη Κάποιες μέρες πριν από την Ανάσταση και το άγιον Πάσχα άρχιζε η προετοιμασία για τα παραδοσιακά πασχαλινά γλυκά, τα καλιτσούνια, τα τσουρεκάκια και τους κουκνίκους (τσουρέκια με κόκκινα αυγά). Δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε στο τραπέζι του το βράδυ της Ανάστασης το καλιτσούνι, που το δοκιμάζαμε πρώτο, μετά τη νηστεία,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Πάσχα λαού | του Γιώργου Ηρακλέους Οι μεγάλες εβδομάδες στάζουνε κερί, μυρίζουνε λιβάνι, πνίγονται στα δάκρυα της πόρνης τη νύχτα της μεγάλης Τρίτης, φοράνε τα λευκά τους ρούχα να υποδεχτούνε τον Νυμφίο, μα ο Νυμφίος ποτέ δε φτάνει… Σταγόνες αγωνίας στο μέτωπο, ένας ατέλειωτος κήπος της Γεθσημανής είναι η ζωή μας, τα πάθη μετά, ο επιτάφιος θρήνος, κάθε απαρηγόρητη μεγάληΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο πεζοπόρος | του Χρήστου Δημούλα Αδιάκοπα κυοφορώντας των ανθρώπων τους λαβύρινθους με πολύχρωμες χλαίνες ντύνοντας την ψυχή μου σταχυολογώ κεντήματα καρδιάς, κινούμενης σε βάλτους και σε ολάνθιστα λιβάδια. Ντελιβεράς πνοών αφήνω σε πόρτες σπιτιών οξυγόνο μυρωμένο. Δημιουργώ χαμόγελα ζεστά κι ανατάσεις ηλιοφόρες. Ξιφομαχώντας με φίλων τα σκοτάδια πεζοπορώντας σε παλαίστρες λεωφόρους ανοίγω παράθυρα να βγουν από κει οι κάκητεςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι Μαρκονιστές | του Μανώλη Λυκάκη Ανάσα από τη βάρδια μου αν χρειαστεί να πάρω, πέρα στης Γέφυρας τραβώ το δεξιό φτερό, μ’ ένα αναμμένο πάντοτε στο στόμα μου τσιγάρο, τα κύματα που σβήνουνε στα πλευρικά μετρώ. Είναι φορές που τα κοιτώ και δεν μπορώ να φύγω, μίλια πολλά διατρέξανε σε ρυθμική πομπή, -παρακαλώ περίμενε να σου μιλήσω λίγο- όλοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Πόλεμος | του Ειρηναίου Μαράκη Η σφαίρα πήγαινε κατευθείαν στο κεφάλι. Είχε στοχεύσει σωστά, σχεδόν χωρίς να βλέπει. Από μικρός στα κυνήγια στα δάση της πατρίδας του, ήξερε τα ευαίσθητα σημεία, εκείνα που σε ζώα κι ανθρώπους, φέρνουν το θάνατο και δε δίστασε στιγμή. Όμως, λίγο η κούραση ή μια ζάλη, λίγο μια απότομη ριπή του αλβανικού αέρα και κάπωςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Όταν τα όνειρα σηκώνουν άγκυρα | της Ζωής Δικταίου Μου λείπεις, η μοναξιά πάγωσε τη μνήμη η μέρα προχωρά με την φυσική σου απουσία πιο έντονη κι από την ίδια την παρουσία σου τότε σαν κάτι να εξιδανικεύει το παρελθόν η αλμύρα καίει τα ματοτσίνορα σωπαίνω αναγκαστικά οι επιθυμίες δεν θ’ αποκτήσουν αντίκρισμα καταριέμαι ώρες και ανθρώπους ψάχνω το νόημαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…