Ευτυχώς, που άστραψε! (Χρονογράφημα) | της Άννας Τακάκη Μόνο ένα φως ήφεγγε μέχρι αργά τα μεσάνυχτα στο χωριό. Ήτανε το φως του λουξ στο ραφτάδικο του μπάρμπα –Λευτέρη. Ο ηλεκτρισμός άργειε πολύ να ρθει ακόμη στην περιοχή. Και όποιος είχε λουξ, είχε πολυτέλεια στο φως. Τα σπίτια τότε φωτίζονταν με λυχνάρια και οι πιο ευκατάστατοι, ας πούμε, είχαν λάμπες πετρελαίου.ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Στσι πρώτες του Νοέμβρη… | του Αντώνη Κουκλινού Ήβρεξε και εμαλάκωσενε η Γης. Εδά δεν έχει ξάργητες. Λαδοχρονιά θα ξετελέψει και γλακούνε ούλοι στα λιόφυτα, να μαζώξουνε το καρπό. Αξημέρωτα εσηκώθηκενε η Ψεβία, να ετοιμάσει τα δυο μεγάλα να πάνε στο σκολειό και να βράσει γάλα να πχει το στεροβύζι. Ανημένει τη μάνα τζη, να ποσαστεί με το γέρο καιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Στου νου μου τον χερόμυλο φέρνω τα περασμένα | της Ζωής Δικταίου Το μεγαλείο του γενέθλιου τόπου είναι χωρίς αμφιβολία αυτό που μεγεθύνει το χατίρι. Η ποίηση και η ομορφιά στο Λασίθι θαρρείς φυτρώνει παντού, στο χώμα, στις κορφές, στα χιόνια, στις εικόνες, στους ανεμόμυλους, στα ηλιοκαμένα πρόσωπα, όλα τα αφήνει να θρέψουν τη νοσταλγία σου. Το Οροπέδιο για εσέναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Εικόνες κατοχής | του Δημοσθένη Βουτυρά «…Μέρες απαίσιες περνούμε. Άνθρωποι πέφτουν στο δρόμο, άνθρωποι πεθαίνουν σε σπίτια και μένουν μέρες εκεί. Σα να ’πεσε χολέρα, πανούκλα και όλες οι αρρώστιες, που δέρνουν την ανθρωπότητα, να ’πεσαν στο μέρος αυτό. Σωρηδόν κατεβαίνει ο λαός των Αθηνών και του Πειραιώς στον Άδη. Γέμισαν τα νεκροταφεία, δεν μπορούν να τους θάψουν οι νεκροθάφτες.ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Σαλής Χελιδονάκης, ο μαύρος βαρκάρης των Χανίων | του Μιχάλη Στρατάκη Δεν κατέχω ποιοί διαόλοι μ’ έχουνε ζωσμένο σήμερο και θαρρώ πως εχάθηκε και το τελευταίο ψιχάλι αθρωπιάς απού υπήρχε στην κοινωνία. Για τούτο ο νους μου αγλακά όθε τα Χανιά, σ’ ένα τόπο απού συχνοπηγαίνει γηρεύοντας αθρωπιά και καταλλαγή. Γιατί… Όσο οι Γραφές και οι κουμανταδόροι τους δεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Πάνω στα κλειστά βλέφαρα… | της Ζωής Δικταίου Πάνω στα κλειστά βλέφαρα… στάθηκε ο χρόνος σύμμαχος, εχθρός, ποιος ξέρει; Το δάκρυ κεντά ασήμια αφανέρωτα παχνισμένο το χνούδι της νιότης στα μάγουλα και στα ροδόφυλλα. Κρατάς τη σπίθα, χέρια τρεμάμενα Αύριο… η φλόγα Αύριο… Νυσταγμένη η πόλη οι φανοστάτες σβήνουν, ερήμην σου κρέμεται το χειμωνιάτικο φεγγάρι ανατολικά, στ’ ακροκέραμο του πύργουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ένα καλάθι όνειρα | της Άννας Τακάκη Δεν ξέρω αν χωρούν ή έχουν θέση τα όνειρα μέσα σ’ ένα καλάθι, αλλά ξέρω πως το καλάθι με ακολουθεί από τα μικράτα μου. Μέσα εκεί στο περίτεχνο πλέξιμό του έχει ωριμάσει κάποιο μέρος των ονείρων μου. Κάπου εκεί έχουν περιπλεχθεί και πάμπολλες αναμνήσεις, σε μια εποχή όπου ο καλαθάς ως δημιουργός καιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

ΕΡΩΤΕΣ και έρωτες | της Ιφιγένειας Μανουρά -Καλησπέρα. Απόλυτη σιωπή. Κάνω να φύγω και βλέπω τον Γιώργη να ανοίγει την πόρτα και να με φωνάζει. -Έλα Ιφιγένεια. -Ίντα κάνεις; -Έλα- έλα μέσα κι έχει και κρυγιότη, καλά είμαι. -Οι γονέοι σου δε νειν παέ; -Στση Βαγγελιώς πάνε να βεγγερίσουνε. -Και εσύ να κάτσει θες μέρες; -Ναι να κάτσω θέλει μέχριΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τι είναι η αληθινή αγάπη | του Isaak Öztürk Τι είναι η αληθινή αγάπη: «Οι γονείς μου ήταν παντρεμένοι για 55 χρόνια. Ένα πρωί όταν η μαμά μου κατέβηκε από τις σκάλες για να φτιάξει πρωινό στον μπαμπά μου, έπαθε καρδιακή προσβολή και έπεσε. Ο μπαμπάς μου την πήρε όσο καλύτερα μπορούσε και σχεδόν την έσυρε στο φορτηγό. Με ολοταχώςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…