Η Στυφακόνα | της Άννας Τακάκη Ηθογραφικό διήγημα Ίδια πως ήπεσε η Αντρονίκη από τον γκρεμό κι εσβολώθηκε, σαν ήμαθε πως ήκλεψε ο γιος τση την Περσεφόνη τη στυφακόνα. -Θωρείς άθρωπο στυφή, θωρείς φτεναχείλη, γύριζε οπίσω. Ο άθρωπος απού δε γελά τ’ αχείλη του γή το μάτι του άστονε, παιδί μου, γιατί θα σε σκοτεινιάζει. Εσύ Κωστή μου, κατσουλομάτη μου,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μια «πετυχεμένη» συζεψά | της Ιφιγένειας Μανουρά -Μωρή Μαρία, μα ίντα μωρή έπαθε λέει ο αφέντης σου; Δε το κάτεχα να είμαι ερχομένη απόντε νοψές γιατί ήμουνε παγομένη στη Χώρα. Οπροθές ήρθε η φιλιότσα μου και μου φέρε ένα τσουβάλι γούλες και τσι καθάρισα και τσι πήγα το γκοπελιώ στη Χώρα και τονε πήγα και αυγά αδικά μου, να κάμουνεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι αδερφάδες… | του Αντώνη Κουκλινού -Μωρή Ελενιά…!!! -Ίντα θες θεια…!!! -Έλα μωρή να μου περάσεις στη βελόνα τη (γ)κλωστή, για δεν αφέγγω και με ταραχά. -Άχι μωρέ θεια μου..!!! -Έλα παιδί μου και μνιαν ώρα πολεμώ να τηνε μπρουλιάσω, μα εστραβώθηκα η κακομίτσα και δε βρίχνω την τρύπα. -Ανήμενε ένα λεφτό θεια, να βάλω τα κλαρόνια μου, γιατί ’μαιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο παράνομος | του Γιώργου Αλεξάτου Πάνε τρεις μήνες τώρα που περιπλανιόταν, αποκομμένος απ’ όλους. Χωρίς να βρίσκεται κάποιο σπίτι να πάει να κάνει ένα μπάνιο, να πλύνει κάνα ρούχο, να φάει ένα πιάτο ζεστό φαγητό, να γύρει σ’ ένα ντιβάνι. Ποιος θα τολμούσε, πια, να φιλοξενήσει τον παράνομο; Τέλειωνε ο Αύγουστος και είχε κρυφτεί αποβραδίς σ’ ένα γιαπί στηνΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ώρα τρεις | της Ανθής Παρασκευοπούλου Το ρολόι σταματημένο στις τρεις παρά τέταρτο, όσες φορές το κοίταξα εκεί είναι. Σαν να θέλει να με κοροϊδέψει. Βιάζεσαι να φύγεις, εδώ θα σε κρατήσω, θες δεν θες. Μου έρχεται να του βγάλω την γλώσσα, και ας με κοροϊδέψουν οι συνάδελφοι. Στις τρεις είναι ώρα διαλείμματος. Το κινητό μου δείχνει τρεις, το κομπιούτερΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Κόκκινο μαύρο | του Σταύρου Καλφιώτη Στη μνήμη του συν. Φώτη Γενατά, θύματος της άγριας εκείνης δολοφονίας. Νύχτα. Σφηνωμένα στον ουράνιο θόλο τ’ αστέρια λαμπύριζαν θλιμμένα κι έκαναν το στιβαγμένο από μέρες χιόνι να στραφταλίζει. Ολούθε κείνη την ώρα ήταν απλωμένη μια φοβισμένη ησυχία, μια παγερή μουγκαμάρα. Ακόμα και τα νυχτοπούλια είχαν λουφάξει. Τ’ αναπάντεχο μακέλεμα είχε τελέψει κατά τοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι Σπιναλόγκες τση ψυχής | του Αντώνη Κουκλινού Γύρω στα εβδομήντα και βάλε, λιανοκάμωτος σκυφτός, με γένια να κρέμουνται σάμε τσι μπέτες του. Πχιό χωργιό δεν έχει, τον εδικό ντου καταφρονεμένο. Τον άθρωπο απού γεννήθηκε άκακος, απονήρευτος και δε γνωρίζει η ψυχή ντου ίντα θα πει εκμετάλλευση και πονηργιά. Δεν ήκαμε οικογένεια, για δεν εβρέθηκε κιαμνιά να θέλει να τονεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μαργώ η Απέθαντη | της Ζωής Δικταίου «Δε μού βολεί να ποθάνω» Κοιτάς μακριά, το περιβάλλον διεγείρει την όραση, μιαν άλλη όραση όμως, πιο εσωτερική. Η οπτική εικόνα του κόσμου σου αλλάζει στο φεγγαρόφωτο. Αυτό που σε περιβάλλει μέσα στο Οροπέδιο, αποτελείται από κομμάτια πολλά και διαφορετικά και δεν είναι παράξενο που όλες οι εποχές και τα γυρίσματα του χρόνουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η Κλεοπάτρα και ο Γαλάζιος Πρίγκιπας | της Άννας Τακάκη Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσαν εννιά παιδιά με τους γονείς τους. Ήταν μια πολύ φτωχή οικογένεια. Πολλές φορές τα παιδιά κοιμόταν νηστικά, γιατί δεν είχαν να φάνε. Ο πατέρας τους πήγαινε για κυνήγι, η μητέρα έβρισκε λίγα χόρτα, αλλά ήταν πολλά τα στόματα και δενΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…