Οι ελιές | της Έρης Ρίτσου Παρότι μένουμε μέσα στην πόλη, το σπίτι γύρω έχει μεγάλο κήπο. Μια που όλοι στην οικογένεια ήμασταν λάτρεις των γλυκών και όχι των φρούτων, η μάνα μου θεώρησε καλό, πέρα από μια και μόνη ροδακινιά, δαμασκηνιά, μουσμουλιά, βερυκοκιά και φυσικά τις απαραίτητες λεμονοπορτοκαλιές που μαζί με την τεράστια μυγδαλιά μας και δυο προϊστορικά δέντρα,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μια παλιά παλιά, πολύ παλιά φυσαρμόνικα | της Μαρούσκας Χατζηγιάννη Ήτανε ακουμπισμένη πάνω στον καρυδένιο κομό δίπλα στην ασημένια λάμπα της γιαγιάς, μπροστά στη φωτογραφία του παππού, αυτή που είχε βγάλει πριν πολλά πολλά χρόνια, όταν είχε επισκεφθεί την Οδησσό στα θρυλικά σκαλοπάτια του Αϊζενστάιν (Ποτέμκιν) και κοιτάζοντάς την τον καμάρωνα έτσι, στητός και ευγενικός που ήτανε με όλη τηνΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Εις μνήμη Παπαδιαμάντη | του Ασημάκη Γιαλαμά Ο μεγάλος Σκιαθίτης, ο άγιος των Ελληνικών Γραμμάτων, όπως έχει αποκληθεί, έγραφε τα διηγήματά του στις εφημερίδες, που εργαζόταν. Διηγήματα – συναξάρια της ζωής των ανθρώπων του νησιού του, φτωχών βιοπαλαιστών των περισσοτέρων της ζωής, όπως τη θυμόταν από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Τις αναμνήσεις του έγραφε ο κυρ Αλέξανδρος. ΜιαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Με φως κι αγάπη… | του Αντώνη Κουκλινού Ετρεμόσβηνε το φτύλι τση λάμπας να σβήσει και μόνταρε να φέρει τη (μ)πίργια, να τση βάλει μνια σταλιά πετρέλαιο. Ανεσηκώνει το πανί στο νεροχύτη από κάτω, να πχιάσει το μπουκάλι. Χωρίς τη (μ)πίργια δε ντα καταφέρνει γιατί τρέμουνε τα χέργια ντου, μα δεν αφέγγει κιόλας. Ήβαλε πετρέλαιο στη λάμπα και ίσα, ίσαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Σαλής Χελιδονάκης, ο μαύρος βαρκάρης των Χανίων (δεύτερο μέρος) | του Μιχάλη Στρατάκη (Αν χάσατε το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:  πρώτο μέρος) Επεράσανε τα χρόνια, εγέρασε ο Σαλής, ο μαύρος βαρκάρης των Χανίων, τα μπράτσα του, οι ώμοι του, ο νους του και οι αντοχές του λίγο λίγο στην αρχή κι ύστερα πολύ πολύ, τονε πρόδιναν,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ευτυχώς, που άστραψε! (Χρονογράφημα) | της Άννας Τακάκη Μόνο ένα φως ήφεγγε μέχρι αργά τα μεσάνυχτα στο χωριό. Ήτανε το φως του λουξ στο ραφτάδικο του μπάρμπα –Λευτέρη. Ο ηλεκτρισμός άργειε πολύ να ρθει ακόμη στην περιοχή. Και όποιος είχε λουξ, είχε πολυτέλεια στο φως. Τα σπίτια τότε φωτίζονταν με λυχνάρια και οι πιο ευκατάστατοι, ας πούμε, είχαν λάμπες πετρελαίου.ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Στσι πρώτες του Νοέμβρη… | του Αντώνη Κουκλινού Ήβρεξε και εμαλάκωσενε η Γης. Εδά δεν έχει ξάργητες. Λαδοχρονιά θα ξετελέψει και γλακούνε ούλοι στα λιόφυτα, να μαζώξουνε το καρπό. Αξημέρωτα εσηκώθηκενε η Ψεβία, να ετοιμάσει τα δυο μεγάλα να πάνε στο σκολειό και να βράσει γάλα να πχει το στεροβύζι. Ανημένει τη μάνα τζη, να ποσαστεί με το γέρο καιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Στου νου μου τον χερόμυλο φέρνω τα περασμένα | της Ζωής Δικταίου Το μεγαλείο του γενέθλιου τόπου είναι χωρίς αμφιβολία αυτό που μεγεθύνει το χατίρι. Η ποίηση και η ομορφιά στο Λασίθι θαρρείς φυτρώνει παντού, στο χώμα, στις κορφές, στα χιόνια, στις εικόνες, στους ανεμόμυλους, στα ηλιοκαμένα πρόσωπα, όλα τα αφήνει να θρέψουν τη νοσταλγία σου. Το Οροπέδιο για εσέναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Εικόνες κατοχής | του Δημοσθένη Βουτυρά «…Μέρες απαίσιες περνούμε. Άνθρωποι πέφτουν στο δρόμο, άνθρωποι πεθαίνουν σε σπίτια και μένουν μέρες εκεί. Σα να ’πεσε χολέρα, πανούκλα και όλες οι αρρώστιες, που δέρνουν την ανθρωπότητα, να ’πεσαν στο μέρος αυτό. Σωρηδόν κατεβαίνει ο λαός των Αθηνών και του Πειραιώς στον Άδη. Γέμισαν τα νεκροταφεία, δεν μπορούν να τους θάψουν οι νεκροθάφτες.ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…