Αγαλιανά οι αροδαμοί… (δεύτερο μέρος) | της Ζωής Δικταίου Εκείνες οι μέρες κυλούν σαν παραμύθι. Ανακαλώ το παρελθόν. Δεν βρίσκω τίποτα που θέλω ν’ αρνηθώ, τίποτα που δεν θέλω να θυμάμαι. Στυλώνω το βλέμμα πότε στο ένα και πότε στο άλλο πρόσωπο, όλα οικεία ανταποκρίνονται στην αναπόλησή μου και όλα μαζί τα ίδια λόγια μού θυμίζουν: «Η αγάπη είναι δρόμος,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Θύμισες λόγω της κακοκαιρίας | της Ιφιγένειας Μανουρά Αφού πλέον η ζωή μου είναι πολύ ακριβή και τα αντανακλαστικά μου εις την κατιούσα και παρακολουθώντας τις προβλέψεις για την επερχόμενη κακοκαιρία του Σαββατοκύριακου, προετοιμάστηκα. Ανέβηκα στην ταράτσα μάζεψα καρέκλες, τραπέζια, ψησταριές, προτζέκτορες, αποσύνδεσα το Wi-Fi ευχόμενη και του χρόνου, έκλεισα πόρτες και παράθυρα, καθάρισα τις υδρορροές, ψώνισα από την ΠέμπτηΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μια παλιά παλιά, πολύ παλιά ραπτομηχανή | της Μαρούσκας Χατζηγιάννη Σούρουπο σκοτεινό, μπλε σούρουπο και σύννεφα βιολετιά, μακριά πολύ μακριά στον ουρανό! Σιωπηλό το δωμάτιο και κάθε απειροελάχιστη κίνηση δημιουργεί άπειρους κύκλους μέσα στο πέλαγος της μοναξιάς και της θλίψης που πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα! Στο κρεβάτι ακίνητη σκέφτεται κι αναθυμάται και είναι όλα εξαιρετικά τακτοποιημένα στη μνήμη της χωρίς ναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τα γαρδούμνια… | του Αντώνη Κουκλινού . -Καλήμερα Μαργιώρα! Έπαέ σαι μωρή! Έβγα όξω απού θέλω να σου πω…! -Ίντα με θες! Ανήμενε να ξεπλύνω τα χέργια μου, γιατί βάνω ένα ψιχάλι ασβέστη στα πεζούλια τση παρασιάς. -Τη μεγάλη σου χροιγιά θέλω να μου δώσεις μωρή, να πλύνω δυο τρία κοιλικά. -Ωωωω, τα παντέρμα αυγολέμονο θα τα κάμεις; -Επήγε καιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Αγαλιανά οι αροδαμοί… (πρώτο μέρος) | της Ζωής Δικταίου Πέρασαν τα χρόνια, φτερούγισαν μακριά, μα όσο κι αν τούτη την απόσταση την όρισε μεγάλη ο χρόνος, στην καρδιά μου δεν μέτρησε ποτέ. Αγαλιανά οι αροδαμοί ξανανθίζουν με την πρωινή πάχνη στη σκέψη. Δεν είναι αναπόληση, ούτε νοσταλγία. Απλά παίζω. Ξεθάβω μια εικόνα από τη μνήμη και λέω μέσα μου, εδώΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τούτα φέραν κείνα και κείνα φέραν τ’ άλλα | της Άννας Τακάκη Ξαφνικά άστραψε και βρόντηξε κι έγινε η μέρα μισοσκότεινη. Κι ανοίξανε οι καταρράχτες τ’ ουρανού κι η γης επότισε, ήπιε, ήπιε και χόρτασε η διψοκεντημένη. Κι ύστερα ανοίξανε κι οι καταρράχτες της γης, οι ποταμοί, οι παραπόταμοι και πλημμύρισε ο τόπος. Λίμνιασαν οι δρόμοι, οι πλατείες, σ’ έναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Μπίλι Τζόουνς | της Λίτσας Ψαραύτη Κόντευαν να τελειώσουν οι βραδινές ειδήσεις. Κάθε τόσο η μάνα μου γύριζε και μου φώναζε: «Βασίλη, ώρα να κοιμηθείς, αύριο θα ξυπνήσεις νωρίς για το σχολείο». Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία. Αφού ξέρει πως αν δε δω τ’ αθλητικά δεν πάω για ύπνο. Εκείνη τη στιγμή είδα τον Μπίλι Τζόουνς στην οθόνη. ΚαθότανΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μικρές προσδοκίες | του Γιάννη Λαθήρα «Το να ζεις μόνο δεν είναι αρκετό, είπε η πεταλούδα. Πρέπει να έχεις λιακάδα, ελευθερία και ένα μικρό λουλούδι» Χανς Κρίστιαν Άντερσεν Πέφτουμε συχνά από τα σύννεφα τελευταία. Οι πτώσεις όμως φαίνονται ανεπαίσθητες. Δεν είναι μόνο ότι είναι συνεχείς και συνηθίσαμε. Μάλλον γιατί οι πτήσεις μας είναι χαμηλές. Δεν είναι καιροί για πετάγματα, γιαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Αντίο Γλαρέντζα | του Νίκου Καραντηνού . Ήταν στα προπολεμικά χρόνια, που δυο φορές το χρόνο έφταναν στο νησί μας οι Μοραΐτες τσαμπάσηδες και αγόραζαν άλογα, φοράδες, πουλάρια και τα πήγαιναν στο Μοριά. Ο Μήτσος, από την Αντραβίδα άντρας πανύψηλος, γεροδεμένος με φράγκικο ντύσιμο εκτός από τα παπούτσια, που προτιμούσε τσαρούχια με φούντα. Ο άλλος Μοραΐτης ήταν ο Μπάμπης, κοντόσωμος,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…