28 Οκτώβρη 2011. Είναι κάτι στιγμές… | του Γιάννη Λαθήρα Ήταν 28η Οκτώβρη 2011, όταν σε πολλές πόλεις σε όλη την Ελλάδα οι καθιερωμένες εκδηλώσεις σημαδεύτηκαν από την απρόσμενη εισβολή στο προσκήνιο, πάνω στις εξέδρες και στους κατάμεστους δρόμους, χιλιάδων λαού, που εκδήλωναν με αυτό τον τρόπο την οργή τους για τα μνημόνια. Κορυφαίο γεγονός η «Παρέλαση του λαού» στηΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ρωτόκριτος | του Μιχάλη Στρατάκη . Θαρρώ, δεν υπάρχει Κρητικός που να μην αιστάνεται τση τρίχες τση κεφαλής του να σηκώνονται ολόρθες, στο άκουσμα του Ρωτόκριτου. Κι ας μας λογιάζουνε οι ξένοι άγρια ράτσα, πολεμοχαρείς, θεοκούζουλους και δρακοσπορά. Όχι πως δεν είμαστε όλα τούτα, κι ακόμη άλλα τόσα είμαστε, μα στο πισωκάρδι μας ποτές δε σβύνει η φωθιά τσ’ αγάπης,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η φιλοσοφία της ποίησης κι η ποίηση της φιλοσοφίας | του Γιώργου Μπίμη Η ποίηση ως μορφή τέχνης, στην απλή της εκδοχή, εξυμνεί και εκθειάζει το φυσικό κόσμο και τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Τους ήχους των γάργαρων ρυακιών που τρέχουν εσπευσμένα στον κατήφορο, τους μυροφόρους θάμνους κάτω από τα ψηλόλιγνα κυπαρίσσια, τα γιασεμιά που σκορπάν σπάταλα τη μεθυστική τους ευωδιάΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το ρακοκάζανο… | του Αντώνη Κουκλινού Ένας κακομούτσουνος άθρωπος, στυφής, λιγομίλητος και νευρικός. Ψείρας στσι δουλειές του, μα ντόμπρος σε θέματα τιμής και λόγου. Δεν ντο ν’ έκανες εύκολα ζάφτι κι από την αρχή δε μού ’κατσε καλά στ’ αρθούνια μου. Άθρωπος απου δε σου μιλεί, γι γαναχτά να σου πεί καλημέρα, άστονε ορνικό ντου για θα σε μπλέξει, όπωςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Εγώ, χοχλιούς τους έμαθα… | του Μιχάλη Στρατάκη Εγώ, χοχλιούς τους έμαθα, χοχλιούς τους αγάπησα, χοχλιούς τση λέω, χοχλιοί μ’ αρέσουνε. Τελεία και παύλα. Άμα γροικώ να τους λένε «σαλιγκάρια», αηδιάζω. Και μανίζω κι όλας, γιατί θαρρώ πως μου βλαστημούνε το αγαπημένο φαγητό μου. Ακούς εκεί σαλιγκάρια… Από τα παιδικάτα μου τσ’ αγαπώ, γιατί εμπόρουνα να τσι μαζώνω αμοναχός μου.ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Παλιά μαντέμνια | του Αντώνη Κουκλινού Το καφέ ντου πίνει όξω στη ν’ αυλή και ανημένει το φίλο ντου το Θοδωρή να πχιούνε μνιά ρακή… Το σάρακα έβαλε πάλι μπροστά η Αθηνιά και του φωνιάζει από το παρακούζινο. -Ακόμη δε ν’ είπχιες το καφέ; -Γιάντα ρωτάς; -Να σηκωθείς να πα ταΐσεις τσ’ όρθες. -Και γιάντα βγιάζεσαι…; να φύγουνε θέλει κοντώ…;ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η μοσκοκούζουλη | της Άννας Τακάκη Δυο μήνες όλους κι όλους είχε κάτσει στην Αθήνα η Αθανασία. Την είχανε προσκαλέσει οι αξαδέρφες με τη θεια τζη, να πάει να γνωρίσει την πρωτεύουσα. Σαν ήρθε η ώρα να γυρίσει οπίσω, εγυάηρε άλλος άθρωπος. Ήρθε στο χωριό με τον αέρα τση πρωτευουσιάνας. Την Κυργιακή που μπήκε στην εκκλησά, όλα τα μάτια επέσανεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Και του καιρού και πάντα…| του Αντώνη Κουκλινού Έβρεχε από βραδύς και εντάκαρε να μυρίζει ανάδοση το χώμα… Οι κάψες του Καλοκαιργιού, τό χανε καρκανιασμένο από τη ν’ ανομβρία. Μπελί τονε, γιατί τα μελιτακάκια εκάμανε κολάι και εμαζώξανε σωρουλάκια χώμα γύρου, γύρου από τσι μελιτακιές. Το Φθινόπωρο εσφάλιξε τη πόρτα του Καλοκαιργιού και μας ήρθενε με όρεξη. Εδροσέρεψε ντελόγω μεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η αντροϊνοχωρίστρα… | του Αντώνη Κουκλινού Όμορφη η πατσάβρα απου δε πάει άλλο…! Στα εικοσιπέντε τζη, πατεί και δε ν’ αγγίζει τη Γης. Νταρντανογυναίκα στο ένα εβδομήντα και μαλλί μαύρο κατράμι, σάμε τσι κουτάλες, με μάθια απου αστραφταλίζουνε νιάτα. Γεννημένη στη πρωτεύουσα και μ’ ένα φουσάντο, απου κουζουλαίνει μικιούς και μεγάλους. Αεράτη όσο δε μ-πάει, με ούλους κουβεδιάζει όπχιος κιαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…