Ιστορία της πόλης | της Εύης Κοντόρα Σ’ ένα μπαλκόνι, στο κέντρο της πόλης, ήτανε μια γλάστρα. Το χώμα της ήταν ξερό και το λουλούδι της μαραμένο. Όμως κανείς δεν έμοιαζε να σκοτίζεται γι’ αυτήν. Ίσως γιατί σχεδόν όλα όσα έβλεπες τριγύρω ήταν άχαρα. Μα και τα όμορφα (αν βρίσκονταν!) κρύβονταν καλά μέσα στη γκριζοκίτρινη ομίχλη του καυσαέριου. Η πόληΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το σφουγγάτο…| του Αντώνη Κουκλινού Εκαλοκαίρεψε μπλιό… Από δά κ’ ύστερα μαγερεύγει όξω στη ν’ αυλή, εκειά στο μαχωνιό απου στένει τη μ-παρασιά κάθα χρόνο. Δόξα το Θεό, ξύλα έχει μπόλικα στιβγιασμένα στο δώμα και μαγεροψήνει ούλο το Καλοκαίρι. Έχει τη ν’ άπλα τζη στη ν’ αυλή και οντε χαμηλώνει ο ήλιος, μαζώνουνται οι γειτόνισσες και ποσπερίζουνε. Το τηγάνι έχειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το παράπονο τσ’ Ανθήλιας | της Ζωής Δικταίου Δειλινό, ώρα που το μελτέμι φυσά απαλά και οι κορδέλες της ψυχής τινάζονται ψηλά. Ό, τι είναι του τόπου, είναι και δικό σου. Παρακολουθείς την πτώση ενός φύλλου και τον χορό του, έτσι συμβαίνει και με κάθε ανάμνηση μέχρι να φτάσει ν’ αγγίξει την καρδιά σου. Στο Λασίθι δεν θα δυσκολευτείς ναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Απού κοπελομάθει δε γεροντοξεχνά | της Άννας Τακάκη Από κοπέλι ήτονε σβέρτη σε όλα κι αεικίνητη. Ποτέ δεν εκάθιζε σ’ ένα τόπο κι όλο σ’ ενέργεια ήθελε να βρίσκεται. Ήρεσέ τζη να διαρμίζει το σπίτι, ν’ ασπρίζει τοίχους και πεζούλια, μα πλια πολύ να γυρίζει όξω και ν’ ανεβοκατεβαίνει βουνά και φαραγγούλια και ν’ ανεμαζώνει του κόσμου και τση γηςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Λούζεις με, χτενίζεις με, κατέχω ποια’ναι η μάνα μου | της Άννας Τακάκη Δυο αδερφίδες ήτονε όλες κι όλες, καλαναθρεμμένες, γνωστικές κι αγαπημένες. Η Αριάδνη και η Φιλαρέτη. Η μια παντρεύτηκε και παίδιωσε. Κοπέλια να θες με το σωρό. Το ένατο το’χε στη κοιλιά τζη. Η άλλη, η Φιλαρέτη, παρ’ όλο που’τονε μορφονιά, ήργησε να παντρευτεί, γιατί λέει «όποιος διαλέγειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο υιός και ο ιός | της Ιφιγένειας Μανουρά . Ως γνωστόν ο Αλέξης είναι ένα εξαιρετικό παιδί άνευ ελαττωμάτων. Όσο μπορεί μια πέρδικα να δει τα ελαττώματα του τέκνου της, που γι’ αυτήν είναι το καλύτερο πουλί, το εξυπνότερο, το τελειότερο και το ομορφότερο, άλλο τόσο και η μάνα του Αλέξη μπορεί να δει τα ελαττώματά του. Το μοναδικό…ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Όσπρια και σιτηρά, πάνε στ’ αλώνι! | του Γεώργιου Χουστουλάκη . Αλωνιστικές μηχανές δεν υπήρχαν πριν τη κατοχή, κι αν υπήρχαν ήταν ελάχιστες, κι αυτές με μεταλλικές ρόδες ή ακόμα και με ερπύστριες. Χώρια που κόστιζε πολύ και η άλεση τους. Δεν προλάβαιναν όμως να εξυπηρετήσουν όλο το κόσμο. Έτσι τα αλωνίσματα όλα, γινόταν αναγκαστικά στο αλώνι με τον βολόσυροΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

«Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα» | της Άννας Τακάκη . Άριστα δέκα. Διαγωγή κοσμιοτάτη! Ήγραφε το ενδεικτικό, της ΣΤ΄ Δημοτικού τση Ζαφειρούλας. Το εβάστα καλά στα χέρια και φεύγει τρεχαπετάμενη να το πάει τω γονέω τζη. Μα εκείνοι, δουλευτάδες αθρώποι, ήτονε ακόμη στο θέρος. Το κοπέλι δεν κρατιέται και πάει γλακιτό στο χωράφι να τως το δείξει. ΦωνιάζειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Σα ντο χωργιό, ποθές αλλού… | του Αντώνη Κουκλινού . Εκατέβαινε με το μπαστουνάκι το σοκάκι… Στη μ-ποδιά τζη βαστά τ’ αυγά, από το γ-κούμο τω ν’ ορνιθώ. Η γ’ Ελενιά επαράσερνε τη ν’ αυλή τζη κ’ όπως τη νε θωρεί να κατεβαίνει τση φωνιάζει. -Έλα να σε ιδώ, μωρή Βαγγελιά… κόπχιασε μέσα. -Να σταθώ θέλει μνιά σταλιά μωρή, δώμουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…