SOS | του Μανώλη Λυκάκη Σ’ ένα ταξίδι μαγικό του παραδείσου, κάλμα καιρός κι όμως με πέταξε στον βράχο, εκπέμπω «SOS» στο σκότος της αβύσσου, στον χάρτη τελευταίο στίγμα γράφω. Η σκουριασμένη μες στο στρίτσο* της καδένα θαρρώ πως τον λαιμό μου ’χει τυλίξει, δεν είναι πιο φρικτό ναυάγιο κανένα, το ίδιο τ’ όνειρό μου μ’ έχει πνίξει. Θολά νεράΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Στο φως του κεριού να ξορκίσω την απουσία σου | της Ζωής Δικταίου Μουδιασμένες οι μέρες κι ο φόβος, μαργαριτάρι κρεμασμένο στο λαιμό. Άγριος καιρός η σκέψη σου με ξεγελούν οι σκιές νιώθω μόνο την ομίχλη και τα σύννεφα εκείνα, που κουβαλούν τη βροχή. Συλλαβίζω στην ψυχή πετρωμένα φεγγάρια της νύχτας στις όχθες του ονείρου γλιστράς και χάνεσαι λεηλατήσαμε τιςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Δάσος υδάτινο | του Γιώργου Γωνιανάκη Η θάλασσα συνέχιζε τα δάση. Κι εκεί, στο δασωμένο ακροθαλάσσι, ψαράδες ξυλοκόποι συναγμένοι όπου για τη δική σου την ευγένεια και το δικό μου το χατίρι βάζουν φωτιά στις βάρκες και σπάζουν τα πελέκια, αλλά φύγαν και δεν μου είπαν τι είναι πιο επικίνδυνο, να κολυμπήσω σε βαθειά νερά ή να πνιγώ στην ευωδιάΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Με ένα φτερό | της Ανδριάνας Μπιρμπίλη Σπασμένο φτερό καρφωμένο, σε μπρούτζινο σταυρό. Όνειρο σκάρτο κλειδωμένο και παλιό, ήλιε μου κόκκινε που ψάχνεις ουρανό. Πόλη απρόσωπη, με τσιμέντο και μπετό. Βγάζω και πετάω το παλτό, ψάχνω μέσα στην καρδιά να βρω σφυγμό. Άδοξο τέλος σε ένα θέατρο φθηνό, κάθε γκρίζα αρχή χάνεται στο δειλινό. Μιλώ σε έναν κόσμο πια κουφό,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ώρα τρεις | της Ανθής Παρασκευοπούλου Το ρολόι σταματημένο στις τρεις παρά τέταρτο, όσες φορές το κοίταξα εκεί είναι. Σαν να θέλει να με κοροϊδέψει. Βιάζεσαι να φύγεις, εδώ θα σε κρατήσω, θες δεν θες. Μου έρχεται να του βγάλω την γλώσσα, και ας με κοροϊδέψουν οι συνάδελφοι. Στις τρεις είναι ώρα διαλείμματος. Το κινητό μου δείχνει τρεις, το κομπιούτερΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Κόκκινο μαύρο | του Σταύρου Καλφιώτη Στη μνήμη του συν. Φώτη Γενατά, θύματος της άγριας εκείνης δολοφονίας. Νύχτα. Σφηνωμένα στον ουράνιο θόλο τ’ αστέρια λαμπύριζαν θλιμμένα κι έκαναν το στιβαγμένο από μέρες χιόνι να στραφταλίζει. Ολούθε κείνη την ώρα ήταν απλωμένη μια φοβισμένη ησυχία, μια παγερή μουγκαμάρα. Ακόμα και τα νυχτοπούλια είχαν λουφάξει. Τ’ αναπάντεχο μακέλεμα είχε τελέψει κατά τοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι Σπιναλόγκες τση ψυχής | του Αντώνη Κουκλινού Γύρω στα εβδομήντα και βάλε, λιανοκάμωτος σκυφτός, με γένια να κρέμουνται σάμε τσι μπέτες του. Πχιό χωργιό δεν έχει, τον εδικό ντου καταφρονεμένο. Τον άθρωπο απού γεννήθηκε άκακος, απονήρευτος και δε γνωρίζει η ψυχή ντου ίντα θα πει εκμετάλλευση και πονηργιά. Δεν ήκαμε οικογένεια, για δεν εβρέθηκε κιαμνιά να θέλει να τονεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ζωγραφίζοντας πολύχρωμα τοπία! | του Αλκέτα Λεοννάτου Το αστικό κράτος έχει οριστικά απεμπολήσει το μέχρι πρότινος «προνόμιό» του, των όποιων κοινωνικών παροχών, που στοιχειωδώς διασφάλιζαν τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, της παιδείας, της υγείας, των κοινωνικών αγαθών, τις συγκοινωνίες, τα επιδόματα ανεργίας, τις συντάξεις, τους αξιοπρεπείς μισθούς και τα εργασιακά δικαιώματα… Αυτό που ονομάζουμε «αστικό κράτος» έχει αποκαλυφθεί σε «κράτοςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Παπουτσωμένος Γάτος | της Ανθής Παρασκευοπούλου διασκευή για δημοτικά σχολεία Ένας μυλωνάς είχε τρεις γιους, τον μύλο του, έναν γάιδαρο και έναν γάτο. Οι γιοι του έπρεπε να αλέθουν, ο γάιδαρος να φέρνει το σιτάρι στον μύλο και να μεταφέρει το αλεύρι και o γάτος που έπρεπε να κυνηγάει τα ποντίκια. Όταν πέθανε ο μυλωνάς οι τρεις γιοι χώρισανΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…