Του γκαβού του πουλιού του φτιάνει ο Χριστός φωλιά | της Ζωής Δικταίου Δικά του κάστρα τα καταράχια της Μουργκάνας. Εκεί που δικαιώνεται η αστραπή και μολογά η βροντή, εκεί ροβόλαγε ο Τέλης, ψηλός, αδύνατος μα γεροδεμένος, με καστανά πυκνά μαλλιά και μάτια μεγάλα αμέρωτα, παιδί, το στερνοπούλι της Φώταινας, της τυραγνισμένης, που άγιαζε κάθε μέρα στην πάλη της ζωής,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το πνεύμα της αδικίας | του Γιώργου Μπίμη Το πνεύμα της αδικίας σκιάζει την παιδεμένη γη κι οι άνθρωποι παραμένουν ολόιδιοι μέσα στους ατέρμονους αιώνες… Η συνείδηση όμως, αυτό το εξελιγμένο και προνομιούχο κομμάτι της ύλης, μοιάζει μ’έναν πλατύ ορίζοντα που αποζητά εναγώνια τη χαρά και τα δάκρυα, το φως και τη βροχή, τα ειδύλλια των γαλάζιων καλοκαιριών, τη μοναξιάΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τα χαιρετίσματα μου στον Μπουρμπονίκο | του Μιχάλη Στρατάκη   Παραγγελιά έδωκα στη θειά μου τη Γιωργία, μόλις φτάξει στον παράδεισο, να βρει τον Μπουρμπονίκο και να του δώσει τα χαιρετίσματα μου. Φαίνεται πως δεν εξέχασε την παραγγελιά μου η θειά μου, γιατί από ντα ψες ο Μπούρμπος έχει κάμει κονάκι του το νου μου και δε λέει να ξεπροβάλειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μια χιονισμένη Πρωτοχρονιά | της Άννας Τακάκη Γυρίζοντας πίσω την κλεψύδρα του χρόνου κάτι τέτοιες μέρες, έρχονται οι μνήμες οι μάγισσες να μου θυμίσουν μια Πρωτοχρονιά στο χωριό μου, μια λευκή κατάλευκη Πρωτοχρονιά του 1963. Εκείνο το πρωί ξύπνησα κι ήταν όλα λευκά. Λευκά και παραμυθένια. Τα σπίτια, οι στέγες, τα δέντρα, οι φράχτες λες κι ήταν όλα ψεύτικα κιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το παραμύθι | του Αντώνη Κουκλινού Παραμονή Πρωτοχρονιάς… Σε κάθε σπίτι, σε κάθε αυλή, ούλα νοικοκυρεμένα…. Οι νοικοκεράδες τα φέρανε βόλτα για άλλη μνια χρονιά. Χριστόψωμα, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, Βασιλόπιτες, σε κάθε κονάκι οι μυρωδιές στουμπώνουνε τσι μύτες των αθρώπω. Ούλες τσι μέρες τω Χριστουγέννω ακονίζανε τα μαχαίργια να ’ναι κοφτερά για να ποσάσουνε το χοίρο απού κρέμεται στο τσιγκέλι. Λουκάνικα,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ήτανε λέει | του Γιώργου Χουρμουζιάδη Χριστουγεννιάτικο απομεσήμερο. Πήρα ένα βιβλίο και κάθισα δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Ένας χειμωνιάτικος, ζεστός ήλιος περνούσε μέσα από τις κουρτίνες και πυρπολούσε τις σελίδες του βιβλίου μου. Έτσι με πήρε ο ύπνος. Κουρασμένος, πάντως, δεν ήμουνα. Ούτε μου έλειπε ύπνος. Φαίνεται όμως πως τα τελευταία χρόνια αυτό που μου λείπει βασανιστικά είναι το «όνειρο». Γι’ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τα κάλαντα – Η Ρίτα | της Ιφιγένειας Μανουρά Είχαμε από τα Χριστούγεννα χωριστεί σε παρέες για να πούμε τα κάλαντα και με τα ίδια παιδιά θα λέγαμε και της Πρωτοχρονιάς. Η παρέα μας: Η Νικάκη, το Βγενιώ, η Ρίτα και εγώ. Είχα φορέσει ό,τι πιο ζεστό διέθετα γιατί ήτανε μια πολύ παγωμένη βραδιά και ξεκίνησα για την πλατεία τουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Αθιβολή Πρωτοχρονιάς τσ’ αγάπης ζιαφέτι | της Ζωής Δικταίου Ξύπνησε κλαίγοντας. Ένας εφιάλτης, σαν κάποιος να της έκλεβε τις στιγμές, τις εικόνες, την ίδια τη ζωή, δεν μπορούσε να θυμηθεί με λεπτομέρειες, της είχε κόψει όμως την ανάσα, ή μήπως έφταιγε το χρόνιο άσθμα, πέρασε και αυτό από το μυαλό της όταν μύρισε την αγωνία στο μουσκεμένο μαξιλάρι. Ένιωσε τοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η Τσιγγάνα κι η μοτοσικλέτα | του Φίλιππα Φιλίππου Ο ασυρματιστής οδηγούσε αργά το «Απαλούζα» στις στροφές της παραλιακής λεωφόρου, πηγαίνοντας πάντα δεξιά, προσέχοντας να μην αγγίζει τα λευκά μεταλλικά κολονάκια, που ήταν φυτεμένα στην άκρη του δρόμου. Ήταν Ιούλιος κι εξαιτίας της εξόδου των κατοίκων της πρωτεύουσας προς τα νησιά και την επαρχία η κίνηση των οχημάτων ήταν περιορισμένη.ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…