Οι σταγόνες τση βροχής | του Αντώνη Κουκλινού . Δυό καμεράκια σπίτι είχενε κ’ ένα παρακούζινο, ίσα, ίσα να μαγερεύγουνε κ’ ένα σοφρά να καθίζουνε να τρώνε. Το χειμώνα, άστα αξεκαθάριστα… Πέρα, πόδε, βάνανε λεκανίδες να στάσει το νερό απου το δώμα και κάθα ντίς και ντάι εξεσέρνανε τα κρεβάθια να μη γραίνουνται οι πατανίες και τα γιοργάνια. Φτωχοί αθρώποιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Επετειακό αφιέρωμα στη γιγαντομαχία του Λασιθιού – Λασίθι, Τόπος Μέγας | της Ζωής Δικταίου Η Μοίρα του τόπου ανασηκώνει το φουστάνι. Μεγαλώνουν τα σύννεφα πάνω από τον κάμπο. Μάης μήνας, μα τούτα τα χαμηλοζωσμένα ανέφαλα θα φέρουν άλλη μια μπατάγια, άλλη μια ξαφνική νεροποντή. Μετράς τις κόκκινες παπαρούνες που ανάβουν στην καρδιά σου. Ένα μικρό σπασμένο γυαλί στη χούφτα σουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Κρητικός Ήλιος | της Ιφιγένειας Μανουρά . -Μα ίντα είναι βρε Κώστα όλες ετούτες σας οι κούτες που αναμάζοξες παέ; – Να μην πειράξει κιανείς πράμα γροικάς; Είναι πολύ εύθραυστες. Θα έρθει ένας φίλος μου την Κυριακή να τις ανοίξουμε και μέχρι τότε τσιμουδιά σε κανέναν εντάξει; Δώδεκα κούτες καλοσυσκευασμένες με ταινία γύρω- γύρω που ομολογούσαν ότι περιείχαν πολύτιμαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο εξαναγκασμός της ανάγκης | της Άννας Τακάκη Από τα αρχαία χρόνια οι Έλληνες κατανοούντες την έννοια της ανάγκης είχαν κατανοήσει και την έννοια της ζωής. Γιατί η ανάγκη ήταν τόσο αναγκαία όσο εκείνοι έκριναν για τα απαραίτητα και τα ωφέλιμα. Λιτή διατροφή, λιτά σπίτια, λιτή ζωή. Δεν ήταν όμως τόσο λιτοί στα θεάματα. «Άρτος και θεάματα έλεγαν». Όπως αναγκαίοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Σινεματζής | της Ιφιγένειας Μανουρά «Το βράδυ στσι 9 στα Δαμάνια θα ρθεί ένας σινεματζής λέει να παίξει σινεμά στο καφενείο του Λεωνίδη και παίρνει ό, τι έχει ο κάθα εις». Ήτανε η φωνή της θείας της Κατίνας που κάθε φορά που ήθελε να κάνει μια ανακοίνωση, έπαιρνε δειλά -δειλά και ντροπαλά το μικρόφωνο. Το ίδιο έκανε και ότανΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι καλημέρες τση καρδιάς… | του Αντώνη Κουκλινού Εποκατάστεσε τα ζούμπερα, ήκαμε τη λάτρα του σπιθιού τζη, ελαντούρισε τη ν’ αυλή, επότισε τσι βγιόλες κ’ εδά ήρθενε η γ’ ώρα του πλεχτού. Λεβεντογυναίκα στα νιάτα τζη, μα κ’ ακόμη κ’ ας κοντοσιμώνει τα εβδομήντα πέντε. Νοικοκερά απου δε μπα ν’άλλα, χρυσοχέρα και γλυκομίλητη γυναίκα. Δε ν’ αφέγγει καλά και καθεκλώνειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι σασμοί στην Κρήτη και οι παλιοί συμβιβαστές | του Γεώργιου Χουστουλάκη Σους παλιούς καλούς καιρούς, οι τοπικές κοινωνίες, μπορεί να είχαν κάπου κάπου και κάποια κακά στοιχεία, είχαν όμως και πολλά άλλα καλά, τα οποία διόρθωναν τρόπον τινά, τα κακώς κείμενα. Επειδή ο αναλφαβητισμός ήταν σχεδόν καθολικός στα περισσότερα χωριά, ασφαλώς υπήρχαν και κάποια άγρια ένστικτα σε λίγους, ωστόσοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η Πολυκατοικία | της Αθηνάς – Ιωάννας Λειβαδάρα Απέναντι από την πολυκατοικία μου στέκει ένα νεκρό παιδί. Το βλέπω από το παράθυρο να κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα την κλειδαμπαρωμένη πόρτα, σα να περιμένει κάποιον να βγει. Ποτέ όμως κανείς δε βγαίνει. Όλοι είναι κλεισμένοι στα διαμερίσματα τους. Οι πόρτες τους όντας κλειδωμένες, ανοίγουν συγκεκριμένες ώρες της μέρας και μόνο γιαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Tο πρώτο μπάρκο | της Άννας Τακάκη Κουβέιτ 1980. Οκτώβρης μήνας. Πρώτο ταξίδι κι «έτυχε ναύλο για το νότο». Δεν ήμουν ναυτικός αλλά ναυτολογήθηκα ως ναυτικός με φυλλάδιο κι όλα τα σχετικά για να μπαρκάρω. Στην ουσία θα ήμουν η ταξιδιώτισσα των ωκεανών και των γαλάζιων πόντων, πλάι στο σύζυγό μου ο οποίος ταξίδευε υποπλοίαρχος με το γκαζάδικο «Μαρία Ισαβέλλα»ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…