Ποιήματα (Ι) | του Αντώνη Κουκλινού Η κάψα του Καλοκαιργιού Κάψα π’ ο ήλιος σήμερο, τη πέτρα θα τη λιώσει, κάτσετε μέσα χωργιανοί, όξω κιανείς μη δώσει. Νερό να πίνετε κρυγιό, λίγο φαί στο πχιάτο, τη κεφαλή να βάνετε, στη βρύση αποκάτω. Να τρώτε φρούτα μπόλικα, η μέρα να περάσει, γιατί στη κάψα σήμερο κι ο τζίτζικας θα σκάσει. ΗΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Καψωμένα μεζεδάκια | του Νίκου Σαραντάκου Καψωμένα βέβαια επειδή έχουμε καύσωνα («κάψουνα» τον  λέει η γειτόνισσα ενός φίλου) και όχι προς τιμήν του καθηγητή Ερατοσθένη Καψωμένου, που έχει κάνει γερές  φιλολογικές εργασίες (υπήρξε και ο Στυλιανός Κ., πατέρας του μάλλον, κλασικός φιλόλογος και καθηγητής στο ΑΠΘ). Καψωμένα και χωρίς προοπτική να χαμηλώσει η θερμοκρασία -και ταυτόχρονα καψαλισμένα, αφού καίγεται  κάθεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Συνέντευξη με την Λευκοθέα – Μαρία Γκολγκάκη | του Δημήτρη Κουτουλάκη Η Λευκοθέα Μαρία Γκολγκάκη είναι συγγραφέας παιδικών βιβλίων, εκπαιδευτικός και πιστοποιημένη NLP Practitioner ενώ στο παρελθόν έχει συνεργασθεί με εκδοτικούς οίκους ως freelancer γράφοντας βιβλία αγγλικών που διδάσκονται σε φροντιστήρια. Έχει λάβει μέρος σε τέσσερις συλλογικές δουλειές στο εξωτερικό με ποιήματά της στα αγγλικά, από τις «Scars Publications», καιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο δράκος κοιμάται… | της Μαρίας Σταυρίδου Ο Δράκος κοιμάται… αφήστε τον να κοιμηθεί να ναρκωθεί βαθιά, να ονειρευτεί μια όμορφη νια, να γαληνέψει… Κάντε σιγά… το νανούρισμα τελείωσε, μα η ανάσα ακόμη χορεύει βαριά… Δεν υπάρχουν τύψεις και οι συνειδήσεις φύγαν… μακριά. Φόρεσαν βιαστικά νέα λούσα και είπαν να πάνε… για χαβά, να συκοφαντήσουν, να χλευάσουν, να χορέψουν γύρωΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι σφήκες ανά τους αιώνας και κάτι μουχρίτσες | του Γιάννη Χατζηχρήστου (Tsiforos style) Πριν ανακαλύψει εκείνη η μουχρίτσα ο Φλωρίδης τα πρόστιμα για τους «δικομανείς» είχε προηγηθεί πάλι ο παππούς ο Αριστοφάνης και του βγήκε πάλι από τα δεξιά του φλώρου. Ένας Βδελυκλέωνας, κάτι σαν Φλωρίδης της τότε εποχής, έφτασε κατά τον Αριστοφάνη στο έργο του «Σφήκες», να φυλακίσειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μακρονήσι | του Γιώργου Ηρακλέους Το ένα χέρι ακουμπισμένο στις σημαίες, στο άλλο ένα ξεροκόμματο, ζήσανε για το όνειρο, κυνηγήσανε τα ιδανικά μας! Τα πρόσωπα φαγωμένα απ’ τον ήλιο, την αλμύρα και τα δάκρυα, στα κορμιά σημάδια… Οι γυναίκες τους έρημες στα σπίτια, φόραγαν τις ποδιές τους και προσπαθούσαν να καθαρίσουν τον βρώμικο καιρό! Τώρα πια όλα σε κλείνουν έξωΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Καντάδα | του Κώστα Μιχαήλ Μαρή Μ’ έφερε στο κατώφλι σου, ξημέρωμα Σαββάτο, ένα μελτέμι ανάλαφρο, της νύχτας το βιμπράτο, με μια κιθάρα βρέθηκα και θολωμένη σκέψη, να τραγουδώ στην πόρτα σου, ώσπου η αυγή να φέξει… Ήρθα τα ξημερώματα, προτού σβηστεί η σελήνη, για το χατίρι του έρωτα, στη σκοτεινή σου κλίνη, με μια κιθάρα βρέθηκα, στη σφαλιστή σουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ούτε η πρώτη στο Παρίσι ούτε η τελευταία στον κόσμο. Μικρές ιστορίες γυναικών. Lou | της Ζωής Δικταίου Ανάμεσα στο γέλιο και στο δάκρυ είχε αφήσει να της κλέψουν τόσες και τόσες στιγμές, μια ολόκληρη ζωή σαν κάλπικο νόμισμα της φαινόταν, πάντως παρέμενε αμετανόητη, η Lou, τα πιο ακριβά της ενθύμια τα είχε χαρίσει στη μέθη του έρωτα, τώρα, ακουμπισμένηΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η θεία Πηνελόπη | της Ιφιγένειας Μανουρά Σήμερα στη παρέα της θάλασσας προστέθηκε και η Μαρία που της αρέσει να λέει ανέκδοτα και ιστορίες. Λέγοντας λοιπόν ένα ανέκδοτο θυμήθηκα μιαν ιστορία την οποία μου είπε ο μπαμπάς μου χρόνια πολλά πριν, που έγινε στο χωριό του τα Ανώγεια. Στο καφενείο του Άη Γιώργη μια παρέα ανδρών – δηλαδή όχι ότιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…